Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Πατρίδα, μια σύντομη ερμηνεία.


Μετά από ένα ταξίδι μιας εβδομάδας γύρισα στην «πατρίδα». Δεν ξέρω αν μπορώ να χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη με σιγουριά. Το νόημά της δεν ήταν ποτέ ξεκάθαρο, πόσο μάλλον τώρα που έχει καταχραστεί όσο ποτέ άλλοτε ο όρος. Ας εξετάσουμε ετυμολογικά την λέξη. Η ρίζα της προφανώς είναι η ίδια με της λέξης πατέρας. Πατρίδα λοιπόν σημαίνει αυτή που είναι των πατέρων, δηλαδή των προγόνων. Η λέξη πατέρας σημαίνει πρόγονος καθώς ζούμε σε μια πατριαρχική κοινωνία, αν η λέξη περιείχε την ρίζα μητρ-, π.χ. μητρίδα, θα μπορούσαμε να πούμε πως σημαίνει αυτήν που μας μεγαλώνει ή μας θρέφει.
Η λέξη πατρίδα λοιπόν σημαίνει κάτι το οποίο ήταν το ίδιο για τον πατέρα μου, για τον παππού μου, για τον παππού του παππού μου και ούτω καθεξής. Μέχρι πότε όμως; Μέχρι εκατό χρόνια πίσω; Μέχρι χίλια; Δέκα χιλιάδες;
Αν ισχυριστούμε ότι το κράτος είναι αυτό που παραμένει κοινό από το παρελθόν μέχρι σήμερα αρκεί να ανατρέξουμε τριακόσια χρόνια πίσω για να βρούμε ένα διαφορετικό κράτος, μιας και κράτος με το όνομα Ελλάδα αναγνωρίσθηκε μόλις το 1828.
Αν επιλέξουμε τις συνήθειες, τα ήθη και τα έθιμα ως κοινό σημείο αναφοράς, πέραν από την τεράστια ποικιλομορφία που υπάρχει στον ελληνικό χώρο και την ομοιότητα ορισμένων συνηθειών με εκείνες που υπάρχουν στα γειτονικά κράτη, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι αν γυρίσουμε περίπου χίλια χρόνια πίσω, θα συναντήσουμε μεγάλες διαφορές στις συνήθειες των ανθρώπων. Την εποχή της βυζαντινής αυτοκρατορίας για παράδειγμα, η θέση της γυναίκας στην κοινωνία ήταν πολύ διαφορετική.
Αν υποθέσουμε ότι πρόκειται για την ίδια θρησκεία τότε αρκούν δύο χιλιάδες χρόνια για να βρούμε προγόνους οι οποίοι ασπάζονταν κατά πλειοψηφία, ένα διαφορετικό θρησκευτικό δόγμα.
Αν τέλος, πρόκειται για την ίδια γλώσσα τότε οι σύγχρονες θεωρίες που βασίζονται στην συγκριτική γλωσσολογία δείχνουν ότι αν πάμε πάνω από πέντε χιλιάδες χρόνια πίσω, βρίσκουμε μία κοινή μητέρα-γλώσσα για όλους τους ινδοευρωπαίους, όπως ονομάζονται.
Το μόνο που κατ’ εμέ έχει παραμείνει και θα παραμείνει κοινό, από τότε που οι άνθρωποι ξεκίνησαν να μεταναστεύουν και να μετακινούνται κατά μονάδες και όχι σαν ολόκληρες φυλές, είναι η αίσθηση της επιστροφής στο οικείο περιβάλλον του τόπου που γεννήθηκαν, που μεγάλωσαν και που ζήσανε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους. Επίσης, η νοσταλγία της επιστροφής και η ανάμνηση.
Τα συναισθήματα αυτά προέρχονται βασικά από τις ανθρώπινες σχέσεις που αναπτύσσονται ανάμεσα σε όσους ζουν για μεγάλο χρονικό διάστημα στον ίδιο τόπο και έρχονται σε επαφή μεταξύ τους. Δεν πηγάζουν ούτε από κάποιο κοινό γονίδιο, ούτε από μία μυστηριώδη σύνδεση με τα «άγια χώματα», ούτε από κάποια ανώτερη δύναμη, ούτε από κάποια κοινή εξωγήινη καταγωγή! Το ίδιο νιώθει όποιος γυρίζει στο σπίτι του, ανεξάρτητα από την εθνικότητά του, ακόμη κι όταν το σπίτι του δεν βρίσκεται εντός πολιτικών συνόρων του κράτους που ονομάζει χώρα του! Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση του μικρού αλβανού που νιώθει σαν πόλη του την Αθήνα και δεν θέλει να γυρίσει στην Αλβανία.
Αυτό που έχει σημασία πραγματικά είναι οι άνθρωποι. Οι αρχαίοι έλληνες που τόσο πολύ θαυμάζονται και λειτουργούν ως πρότυπο γνώριζαν ότι παρά την ύπαρξη πολλών φυλών και πολλών πόλεων-κρατών, αποτελούσαν μέρος ενός ευρύτερου συνόλου που ονομάστηκε Ελλάδα. Ομοίως σήμερα, κάποιοι  νιώθουν Έλληνες και συνάμα Ευρωπαίοι. Ας καταλάβουμε λοιπόν κάνοντας ακόμη ένα βήμα, ότι πρωτίστως αποτελούμε μέρος ενός όλου που λέγεται ανθρωπότητα.
Στο ίδιο σύνολο, ισάξια ανήκουν όλες οι εθνικότητες, όλα τα χρώματα, όλες οι θρησκείες. Η αγάπη για την πατρίδα βασίζεται στην αγάπη για τον άνθρωπο. Όποιος βλέπει τον συνάνθρωπο ως υπάνθρωπο δεν μπορεί να αγαπήσει καμία πατρίδα και καμία φυλή, παρά μόνο τον εαυτό του. Κι όποιος τον πιστεύει και τον ακολουθεί σαν «πατριώτη» αρχηγό, θα αποτελέσει απλά όργανό, πιόνι στα εγωιστικά σχέδιά του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου